Be a member
Send article with e-mail
Your e-mail *
Friend e-mail *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Refresh CAPTCHA
Comment
* required fields
Send
More
Λ. Δρόσης, Κεφάλι Ήρας

Ανάγλυφα του Δ. Κόσσου και του Λ. Δρόση στο Mουσείο της Πόλεως των Aθηνών

Ο Δημήτριος Κόσσος (1819-1872) ασκήθηκε από μικρός κοντά στον πατέρα του στην ξυλογλυπτική και εξοικειώθηκε με τη λαϊκή θεματογραφία. Με υποτροφία του Βασιλείου της Ελλάδος, το 1849 πηγαίνει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του φεύγει για το Παρίσι αλλά επιστρέφει στην Αθήνα το 1865, όταν του προσφέρεται η έδρα της Πλαστικής στο Σχολείον των Τεχνών. Δύο του κυκλικά, χαμηλά ανάγλυφα (tondi) από γύψο, προπλάσματα μεταλλίων, με τις προσωπογραφίες του Όθωνα και της Αμαλίας χρονολογούνται στο 1855. Η μορφή του Όθωνα αναπτύσσεται με τις συμβάσεις ενός λαϊκότροπου ακαδημαϊκού ρεαλισμού. Στην Αμαλία, που μοιάζει με θεά του Ολύμπου, οι ιδεαλιστικοί τύποι εμφανίζονται σαφέστερα. Ο Κόσσος, γλύπτης που δεν υπολειπόταν στην τεχνική αλλά υστερούσε σε τόλμη και φαντασία, περιορίστηκε στην κατηγορία των μεταλλίων.
Ο Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882), γιος του βαυαρού μουσικού Karl von Dörsch και μιας Σπετσιώτισσας, σπούδασε στο Σχολείον των Τεχνών κοντά στον Christian Siegel, όπου και εξελλήνισε το όνομά του. Με υποτροφία του ελληνικού κράτους, το 1857 πηγαίνει στο Μόναχο και, δύο χρόνια αργότερα, φτάνει στη Δρέσδη. Αποφασιστικής σημασίας για τις σπουδές και τις παραγγελίες που επρόκειτο να λάβει ήταν η θερμή υποστήριξη του βαρόνου Σίμωνα Σίνα. Ο Σίνας ανέθεσε στον Δρόση τον γλυπτό διάκοσμο της Ακαδημίας, εργασία που αποκαλύπτει τις αρετές και τους περιορισμούς του καλλιτέχνη. Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών υπάρχει μια δική του ανάγλυφη κεφαλή της Ήρας από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Η θεά, που φοράει επιχρυσωμένο στέμμα, γίνεται το αιώνιο πρότυπο του ωραίου, αν και η απόδοση του προσώπου της δεν πείθει ούτε συγκινεί.